συνοικιστής

συνοικιστής
ὁ, Α [συνοικίζω]
συνοικιστήρ*.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συνοικιστής — co founder of a colony masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοικισταῖς — συνοικιστής co founder of a colony masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοικιστοῦ — συνοικιστής co founder of a colony masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνοικιστήν — συνοικιστής co founder of a colony masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λοκρός — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Δία και της Μαίρας, κόρης του Προίτου και της Αντείας. Βοήθησε τον Αμφίωνα και τον Ζήθο να χτίσουν τη Θήβα. 2. Γιος του Δία και της Μεγακλούς ή Μεγακλίτης, κόρης του Μάκαρα, και αδελφός της Θήβης. Βοήθησε… …   Dictionary of Greek

  • Αγώριος — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Δαμοσίου, απόγονου του Αγαμέμνονα. Θεωρείται συνοικιστής της Ήλιδας μαζί με τον Όξυλο, έπειτα από χρησμό του Μαντείου των Δελφών …   Dictionary of Greek

  • ξυνοικιστήν — συνοικιστήν , συνοικιστής co founder of a colony masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”